βουκόλος

βουκόλος
ο пастух коров, волов

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "βουκόλος" в других словарях:

  • Βουκόλος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκόλος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούκολος — tending kine masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκόλος — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Γιος του Ηρακλή από τη Μάρνη, κόρη του Θεσπία. 2. Γιος του Κολωνού και αδελφός του Όχεμου, του Λέοντα και της Όχνης. 3. Γιος του Ιπποκόοντα, που σκοτώθηκε με τον πατέρα του και τον αδελφό του στη Λακεδαίμονα από τον …   Dictionary of Greek

  • βουκόλος — ο ο βοσκός βοδιών, ο γελαδάρης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βουκόλω — βούκολος tending kine masc nom/voc/acc dual βούκολος tending kine masc gen sg (doric aeolic) βουκόλος masc nom/voc/acc dual βουκόλος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκόλοις — βούκολος tending kine masc dat pl βουκόλος masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκόλοισιν — βούκολος tending kine masc dat pl (epic ionic aeolic) βουκόλος masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκόλου — βούκολος tending kine masc gen sg βουκόλος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουκόλους — βούκολος tending kine masc acc pl βουκόλος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βουκόλω — Βουκόλος masc nom/voc/acc dual Βουκόλος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»